διασκελώ

διασκελώ

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "διασκελώ" в других словарях:

  • διασκελώ — βλ. διασκελίζω …   Dictionary of Greek

  • διασκελώ — διασκέλησα, βλ. διασκελίζω …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διασκελίζω — και διασκελώ και διασκελάω και δρασκελώ και δρασκελάω (Μ διασκελίζομαι) 1. διαβαίνω πάνω από κάτι με ανοιχτά τα σκέλη 2. βαδίζω γρήγορα με μεγάλα βήματα 3. μετρώ απόσταση με δρασκελισμούς μσν. κάθομαι με ανοιχτά τα πόδια …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»